Νέα

1a

Αναζήτηση Ιατρών

Διακοπές και υγεία. Παροχές υγείας σε όλη την Ελλάδα

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

ksanthos_100xronia_yy.jpeg

Το Υπουργείο Υγείας, με την ευκαιρία των 100 χρόνων από την ίδρυση του, αποφάσισε να οργανώσει τη σημερινή επετειακή εκδήλωση και να εκδώσει το Λεύκωμα με τίτλο «Ένας Αιώνας Υγείας», στο οποίο παρουσιάζεται με επιστημονική αρτιότητα η διαδρομή του Υπουργείου και των ανθρώπων του σε συνάρτηση με τη σύγχρονη οικονομική, κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας.

Οφείλω εξ’ αρχής να ευχαριστήσω όλους τους συντελεστές της πολύ σημαντικής αυτής εκδήλωσης και ιδιαίτερα το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου κ.Γιαννόπουλο και τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου κα Ραίδου που είχαν την ευθύνη της διοργάνωσης, καθώς και τα μέλη της ειδικής Επιτροπής για την έκδοση του Λευκώματος, την οποία συντόνισε ο ομότιμος καθηγητής της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας κ. Κυριόπουλος, καθώς  και όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου που συνέβαλλαν στην επιτυχία της εκδήλωσης.

Οφείλω επίσης να αναφέρω ότι στη σημερινή εκδήλωση καλέστηκαν όλοι οι διατελέσαντες Υπουργοί, αναπληρωτές Υπουργοί και Υφυπουργοί Υγείας της τελευταίας 30ετίας, ενώ επιπρόσθετα, ζητήσαμε από τον Παρασκευά Αυγερινό που ήταν ο Υπουργός που εισηγήθηκε το νόμο 1397/1983 για την ίδρυση του ΕΣΥ, να είναι ομιλητής και να καταθέσει τη δική του προσωπική μαρτυρία γι’ αυτή την εμβληματική και κορυφαία μεταρρύθμιση της μεταπολίτευσης. Δυστυχώς, με μια ακατανόητη πολιτική απόφαση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, αποτράπηκε και η παρέμβαση του κ. Αυγερινού και η παρουσία των άλλων προσκεκλημένων στελεχών αυτού του πολιτικού φορέα. Η αναιτιολόγητη αποχή από μια εκδήλωση ιστορικής και θεσμικής μνήμης, θεωρώ ότι πραγματικά υπονομεύει κάθε προσπάθεια αναζήτησης συναινέσεων στον πολύ ζωτικό για την κοινωνία χώρο της Υγείας.

Τα 100 χρόνια του Υπουργείου Υγείας είναι η ζωντανή ιστορία της Δημόσιας Υγείας αλλά και της Κοινωνικής και Προνοιακής πολιτικής της χώρας, είναι το ιστορικό «αποτύπωμα» των κοινωνικών αλλαγών και μετασχηματισμών που επηρέασαν την Υγεία του ελληνικού πληθυσμού και την ανάπτυξη του Συστήματος Υγείας στην πορεία του χρόνου. Είναι, παράλληλα, και η συμπύκνωση των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων που «σφράγισαν» τις δημόσιες πολιτικές υγείας και καθόρισαν τις επιλογές των κυβερνήσεων στους τομείς της πρόληψης των ασθενειών και κυρίως της οργάνωσης και διοίκησης των υπηρεσιών υγείας.

Το Υπουργείο Υγείας ιδρύθηκε το 1917 επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου ως «Υπουργείο Περιθάλψεως». Αυτή ήταν η κοινωνική ανάγκη της εποχής: η ασφαλής περίθαλψη των ανθρώπων μετά τις πληγές του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, η φροντίδα των τραυματιών, των συμμαχικών στρατευμάτων και των προσφυγικών πληθυσμών που αυξάνονταν. Από τότε πολλά άλλαξαν, οι ανάγκες διαφοροποιήθηκαν, το Υπουργείο μετονομάστηκε πολλές φορές, αλλά η κοινωνική διάσταση της ασθένειας και άρα η πολιτική διάσταση των υγειονομικών προτεραιοτήτων παραμένει ισχυρή και αδιαμφισβήτητη.

Στον ταραχώδη και πολυκύμαντο 20ο Αιώνα, με τις μεγάλες ανατροπές και την εκπληκτική επιστημονική και κοινωνική πρόοδο, η Υγεία ακολούθησε επίσης μια εντυπωσιακή ιστορική διαδρομή που άλλαξε τις συνθήκες άσκησης του ιατρικού και νοσηλευτικού έργου, την επιστημονική γνώση και την ποιότητα της υγειονομικής φροντίδας. Από τον άνισο αγώνα απέναντι στα λοιμώδη νοσήματα και στις επιδημίες, φτάσαμε στην εποχή της προληπτικής, διαγνωστικής και θεραπευτικής «επανάστασης», στον Αιώνα των εμβολίων, του προγεννητικού ελέγχου, της απ   oκωδικοποίησης του DNA, της Ρομποτικής Χειρουργικής, της φαρμακευτικής και ιατροτεχνολογικής καινοτομίας και της εξατομικευμένης Ιατρικής. Ταυτόχρονα όμως, από την περίοδο της «ηρωϊκής» ιατρικής, από την εποχή του γιατρού χωρίς ειδικότητα συνήθως, με γενικές γνώσεις αλλά με μεγάλη εμπειρία , που ήταν πάντα διαθέσιμος και κοντά στους πάσχοντες, οδηγηθήκαμε στην περίοδο της υπερ-εξειδικευμένης, κατακερματισμένης και συχνά από-ηθικοποιημένης ιατρικής πράξης, που υποτίμησε την κοινωνική πλευρά των προβλημάτων υγείας, έπληξε βαθύτατα τον ανθρωπιστικό πυρήνα της Ιατρικής , προκάλεσε στρεβλώσεις και παθογένειες ,  ευνόησε αντιδεοντολογικές συμπεριφορές  και επηρέασε αρνητικά τον κοινωνικό ρόλο των γιατρών και των άλλων επαγγελματιών υγείας.

Σ’ αυτό το πλαίσιο  εδραιώθηκε η αντίληψη ότι η καλύτερη υγεία ταυτίζεται με την παροχή περισσότερης ιατρικής φροντίδας. Ενώ, όπως αναφέρει ο Σπύρος Δοξιάδης, ο μακροβιότερος και από τους πιο εμπνευσμένους Υπουργούς Υγείας της μεταπολίτευσης , στο βιβλίο του «Ένας γιατρός σκέπτεται και γράφει» (Εκδοτική Ερμής, 1997): «…οι μεγαλύτεροι εχθροί για την υγεία δεν είναι τα μικρόβια, οι ιοί και ο καρκίνος, αλλά η φτώχεια, η άγνοια και η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο». Αυτό το λέει ένας συντηρητικός –και όχι προφανώς μαρξιστής- πολιτικός που όμως είχε τη γνώση των κοινωνικών προσδιοριστών της ασθένειας και της υγείας, είχε συνείδηση των ορίων της σύγχρονης ιατρικής και είχε την διορατικότητα και την τόλμη να προετοιμάσει από το 1978 ένα πολύ προοδευτικό για την εποχή του σχέδιο νόμου με τίτλο «Μέτρα προστασίας της Υγείας». Ένα νομοσχέδιο που ενώ δεν είχε καμιά τύχη γιατί συνάντησε πολλαπλές αντιδράσεις εκτός αλλά και εντός της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, προετοίμασε το έδαφος για τον ιδρυτικό νόμο του ΕΣΥ λίγα χρόνια μετά και για την υλοποίηση αυτής της πολύ μεγάλης τομής στο Σύστημα Υγείας και στο Κοινωνικό Κράτος της χώρας.

Η επιστημονική συνηγορία για τον κοινωνικό χαρακτήρα της Ιατρικής και της Υγείας , αποτυπώνεται στην πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «προφίλ Υγείας 2017» που δείχνει ότι ενώ το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση στη χώρα μας αυξάνεται σταθερά (81,1 έτη), μειώνεται ο χρόνος που διανύεται με καλή υγεία εξ’αιτίας της αύξησης των καρδιαγγειακών νοσημάτων και του καρκίνου, αλλά και λόγω της επιβάρυνσης της υγείας του πληθυσμού από παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με τη συμπεριφορά (κάπνισμα, διατροφή, έλλειψη σωματικής άσκησης, παιδική παχυσαρκία, κατάχρηση αλκοόλ) ή άλλους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες (ανεργία, φτωχοποίηση, «ανθυγιεινές» συνθήκες ζωής και εργασίας , υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος κλπ). Αντίστοιχα, στην Παγκόσμια Μελέτη Επιβάρυνσης Ασθενειών που αξιολόγησε τους σχετικούς με την Υγεία στόχους βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ, η Ελλάδα ενώ είναι πολύ ψηλά (90 στα 100) στο δείκτη της καθολικής κάλυψης υγείας λόγω της πολύ κρίσιμης αλλαγής στην πρόσβαση των ανασφάλιστων στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εμφανίζει πολύ χαμηλή βαθμολογία σε δείκτες που επηρεάζονται από την ατομική συμπεριφορά. Οι εκθέσεις αυτές αναδεικνύουν ένα σοβαρό έλλειμμα του Συστήματος Υγείας στο πεδίο της οργανωμένης πρόληψης και αγωγής υγείας του πληθυσμού και, κατά την άποψη μας, αποτελούν την επιστημονική και πολιτική τεκμηρίωση της μεταρρύθμισης στην ΠΦΥ που είναι σε εξέλιξη. Μια μεταρρύθμιση που έρχεται να μετατοπίσει το «κέντρο βάρους» του Συστήματος από τη θεραπεία στην πρόληψη της ασθένειας και από τη νοσοκομειακή περίθαλψη στην πρωτοβάθμια και κοινοτική φροντίδα. Γιατί στην πραγματικότητα, αυτό που αλλάζει με το νέο μοντέλο ΠΦΥ και τις νέες δομές (ΤΟΜΥ) που αυτό τον καιρό αναπτύσσονται σταδιακά , είναι η φιλοσοφία του Συστήματος Υγείας: από ένα νοσοκομειοκεντρικό σύστημα με έμφαση στην περίθαλψη  , επιχειρούμε την αναδιοργάνωση του με επίκεντρο την ΠΦΥ και με έμφαση στην πρόληψη, στην αγωγή υγείας, στη βιο-ψυχο-κοινωνική προσέγγιση της αρρώστειας, στην οικογενειακή ιατρική, στην κοινοτική φροντίδα, στις δράσεις προστασίας της Δημόσιας Υγείας. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η καθολική και ισότιμη κάλυψη του πληθυσμού, η ποιότητα στην υγειονομική φροντίδα, ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του Συστήματος Υγείας και η βιωσιμότητα της δημόσιας περίθαλψης. Σήμερα, το πολιτικό αίτημα που απορρέει από τις ιδρυτικές αρχές και αξίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, είναι η καθολικότητα, η ισότητα και η αποτελεσματικότητα στη φροντίδα μέσω ενός Δημόσιου Συστήματος Υγείας με επίκεντρο την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) και με σεβασμό των δικαιωμάτων των ασθενών. Αυτό είναι το νέο επιστημολογικό παράδειγμα που μπορεί να εξασφαλίσει την αξιόπιστη κάλυψη των σύγχρονων υγειονομικών αναγκών, την τεκμηριωμένη ιατρική φροντίδα, τον αποτελεσματικό έλεγχο της προκλητής ζήτησης, της σπατάλης και της διαφθοράς, την κοινωνική ανταποδοτικότητα των πολύτιμων πόρων που δαπανώνται αλλά και τη βιώσιμη χρηματοδότηση  του Συστήματος Υγείας μέσα από τη συνέργεια του κρατικού προϋπολογισμού και της κοινωνικής ασφάλισης.  

Η Υγεία λοιπόν δεν είναι ένα τεχνοκρατικό ζήτημα, δεν είναι μια «ουδέτερη» και α-πολιτική υπόθεση. Επειδή, σύμφωνα με τη Διακήρυξη του ΠΟΥ στην Αλμα-Άτα το 1978, είναι ένα όραμα ισότητας των ανθρώπων απέναντι σε ένα θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό, είναι πρωτίστως ένα πολιτικό ζήτημα. Εμπεριέχει ιδεολογία, αξιακά πρότυπα, κοινωνικές προτεραιότητες, συγκρούσεις με οργανωμένα συμφέροντα, κοινωνικές συμμαχίες, πολιτικές επιλογές,  ισορροπίες, ρήξεις, αλλά και συμβιβασμούς. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πάντα ποιο είναι το κοινωνικό πρόσημο του πολιτικού σχεδίου , ποιες κοινωνικές ομάδες στηρίζει κατά προτεραιότητα ,  αν διευρύνει  το Δημόσιο  χώρο , αν βασίζεται σε μια λογική κοινωνικής αναδιανομής .

Σήμερα ειδικά, στην περίοδο της «επούλωσης των πληγών» της οικονομικής κρίσης, είναι αναγκαίο να αναδείξουμε και να ανασηματοδοτήσουμε αυτό το πρόταγμα Ισότητας στην πολιτική Υγείας. Αυτό το πολιτικό σχέδιο της υπέρβασης των ανισοτήτων στην υγειονομική φροντίδα, καλείται να υπηρετήσει το Υπουργείο Υγείας και ο υπηρεσιακός του μηχανισμός. Συμβάλλοντας στο στρατηγικό σχεδιασμό της πολιτικής υγείας, στην ενίσχυση της «χωρητικότητας» του Δημόσιου Τομέα και στην οριοθέτηση της επικουρικής λειτουργίας του Ιδιωτικού, στην εδραίωση μηχανισμών αξιολόγησης, ελέγχου ποιότητας, ορθολογικής και δίκαιης ανάπτυξης των υπηρεσιών, «ηθικοποίησης», θεσμικής αναδιοργάνωσης, εξυγίανσης και κοινωνικής υπευθυνότητας του Συστήματος. Ένα πολιτικό σχέδιο που, εκτός από τη σταθεροποιημένη και αναβαθμισμένη λειτουργία του ΕΣΥ, φιλοδοξεί  να διευρύνει την παρουσία του Δημόσιου Συστήματος στους τομείς της αποθεραπείας-αποκατάστασης, ειδικής αγωγής, γηριατρικής φροντίδας, παρηγορητικής φροντίδας, αξιοπρεπούς κάλυψης των αναγκών των ατόμων με αναπηρία, άνοια, ψυχική νόσο, εξαρτητική συμπεριφορά. Ένα πολιτικό σχέδιο, τέλος,  που οφείλει να ενσωματώσει προσεκτικές αλλά αποφασιστικές αλλαγές στο «μίγμα» της φαρμακευτικής πολιτικής, δίνοντας προτεραιότητα στην εγγυημένη πρόσβαση όλων των πολιτών στα αναγκαία φάρμακα και στην εύρυθμη λειτουργία της φαρμακευτικής αγοράς , στην αξιολόγηση με επιστημονικά κριτήρια της προστιθέμενης θεραπευτικής αξίας των νέων καινοτόμων φαρμάκων, στη διαπραγμάτευση σε εθνικό και σε διακρατικό επίπεδο «δίκαιων» και βιώσιμων τιμών αποζημίωσης για τα ακριβά φάρμακα, στην εφαρμογή αξιόπιστων θεραπευτικών πρωτοκόλλων, στην προώθηση των γενοσήμων και στην ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής , στη σταδιακή άρση των μνημονιακών στρεβλώσεων στο πεδίο της τιμολογιακής και αποζημιωτικής πολιτικής, στη μείωση της σημαντικής οικονομικής επιβάρυνσης των πολιτών για την αγορά φαρμάκων και, φυσικά, στον εξορθολογισμό, τον έλεγχο και την επανεξέταση του ύψους της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, που όλοι πλέον αναγνωρίζουν ότι είναι πολύ οριακή για να καλύψει με επάρκεια τις αυξανόμενες φαρμακευτικές ανάγκες του πληθυσμού.

Στην ίδια έκθεση του ΟΟΣΑ για τo «προφίλ Υγείας» της χώρας μας, αποτυπώνεται επίσης ότι ενώ οι δημογραφικοί και κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες έχουν επιδεινωθεί λόγω της κρίσης (κατά κεφαλή ΑΕΠ 19700 ευρώ με μέσο όρο στην ΕΕ 28900, δείκτης σχετικής φτώχειας 15,0% - ΕΕ 10,8%, πληθυσμός άνω των 65 ετών 20,9% -ΕΕ 18,9%, δείκτης γονιμότητας 1,3 –ΕΕ 1,6), η κατά κεφαλή δαπάνη υγείας/έτος είναι 1650 ευρώ (μειωμένη κατά 28% σε σχέση με το 2009), δηλαδή στα 2/3 της αντίστοιχης της ΕΕ, ενώ την ίδια στιγμή οι άμεσες πληρωμές από τους ασθενείς στο σύνολο των δαπανών υγείας είναι στο 35% με μέσο όρο της ΕΕ το 15%. Αναδεικνύεται λοιπόν ότι το μείζον πρόβλημα του Συστήματος Υγείας για να ανταποκριθεί με επάρκεια στην αυξημένη ψυχοσωματική ευαλωτότητα και νοσηρότητα που προκαλεί η οικονομική κρίση και για να καλύψει αξιόπιστα τις σύγχρονες ανάγκες ολιστικής υγειονομικής και κοινωνικής φροντίδας, είναι οι ανεπαρκείς δημόσιες δαπάνες υγείας (5,1%), με δεδομένο ότι ο μέσος όρος των δημόσιων δαπανών υγείας στην Ευρωζώνη είναι 7,2%. Παρότι η έκθεση αναγνωρίζει το πολύ σημαντικό βήμα στην καθολική κάλυψη του πληθυσμού με το ν.4368/2016 που εξασφαλίζει ισότιμη πρόσβαση στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας στους ανασφάλιστους πολίτες, είναι προφανές ότι το μεγάλο στοίχημα στη μεταμνημονιακή περίοδο θα είναι η σταδιακή άρση των εμποδίων της λιτότητας στην πληρέστερη  υλοποίηση του πολιτικού στόχου της ισότητας στην Υγεία και της εγγυημένης κάλυψης των υγειονομικών αναγκών όλων των ανθρώπων, χωρίς διακρίσεις που έχουν σχέση με την εργασία, την ασφάλιση, το εισόδημα ή τον τόπο διαμονής.

Τα 100 χρόνια του Υπουργείου Υγείας είναι η Ιστορία μιας δύσκολης σχέσης ανάμεσα στην Κοινωνία, την Υγεία και την Πολιτική. Στην Ελλάδα των πολέμων, των κατατρεγμών, των αντιστάσεων, της φτώχειας και των ανισοτήτων, αλλά και της αέναης μάχης των ανθρώπων για πρόοδο, ευημερία, αλληλεγγύη προς τους αδύναμους και κοινωνική δικαιοσύνη, το Υπουργείο Υγείας έχει τη δική του ξεχωριστή διαδρομή και τη δική του ευδιάκριτη «σφραγίδα» στη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα. Η Ιστορία θα κρίνει το θετικό ή αρνητικό πρόσημο αυτής της πορείας και των προσώπων που έπαιξαν πρωταγωνιστικό και καθοριστικό ρόλο. Η δική μας ευθύνη είναι η διατήρηση της ιστορικής μνήμης, η συνεχής αποτίμηση και αξιολόγηση των νομοθετικών, υγειονομικών και διοικητικών παρεμβάσεων του Υπουργείου και ο διαρκής αναστοχασμός για τις βέλτιστες πολιτικές καθολικής κάλυψης των αναγκών του πληθυσμού και προστασίας της Δημόσιας Υγείας.

Κοινοποιήστε το άρθρο

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn

Χρήσιμα Links


Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση